Δημοσιευμένο από το αρχείο της Αρτέμιδος Ρέσσου

Submitted by kpalamas on Fri, 12/05/2025 - 11:44

Τοῦ Μαρτιοῦ δεκάξη. Τυρινή.

Κ’ ἔξαφνα κι ἀπογεματιανή,

μὲ τὸν Ἀντωνάκη συνοδό,

τί χαρά! Καὶ μασκαράτα νὰ σὲ ἰδῶ.

*

Ἄ! μὲ κάποιαν ἀνεβλάβεια, βεβαιώσου,

στὸ χαριτωμένο πρόσωπό σου

πού, ποιητής, εὐλαβικὰ τ’ ἀγάπησα,

βάζεις χέρι, κ’ ἔγινες… Ἀράπισσα!

*

Γιὰ τὰ γέλια κι ἂν μεταμορφώθηκες,

μὰ δὲν ἤσουν γιὰ τὰ γέλια.

Στὴν ἀπόκρια τὴν τρελὴ κι ἂν παραδόθηκες,

βγῆκες Ἀραπίνα… στην ἐντέλεια.

*

Καὶ μοῦ θύμισες, καὶ δίχως νὰ τὸ θέλω,

κ’ Ἐρωτόκριτο καὶ λίγο Ὀθέλλο.

Πιὸ πολύ, ἀλλοῦ κάπου στὸν πλανήτη,

καὶ τὴ μαύρη, ποὺ λατρεύεται, Ἀφροδίτη.